ΠΕΡΙ ΘΛΙΨΕΩΝ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΩΝ

 

PeriThlipsewn 

 

Μακάριοι οι θλιβόμενοι και μη οργιζόμενοι

εις τας δοκιμασίας

 

Βιβλίο «Διδαχαί», σελ. 108-109

 

Μίαν φοράν ήτο κάποιος άνθρωπος πολύ ευσεβής και ενάρετος.

Αλλά, όταν του συνέβη κάτι, δηλαδή μια δοκιμασία εις την ζωήν του από τον Θεόν, άφησε αχαλίνωτη την σκέψιν του και προχωρούσε προς ζημίαν της αθανάτου ψυχής.

Η δοκιμασία ήταν αυτή: Είχε δυο παιδιά, τα οποία δεν υπάκουαν εις τους λόγους του. Ό,τι και να τα συμβούλευε είχαν εκείνα τας ιδικάς των σκέψεις και απομακρύνοντο από τον Θεόν και την συμβουλήν του πατρός των. Αλλά ο πατέρας δεν εμελέτησε τον νόμον του Θεού, δεν επειθάρχησε την σκέψιν του, ώστε να μην πλανηθή εις την ολιγοπιστίαν και αντί να μείνη ακοίμητος φρουρός εις την προσευχήν διά τα παιδιά του και να δοξάζη τον Πατέρα μας τον εν τοίς Ουρανοίς, παρεπονείτο εις τον Θεόν και έλεγε:

«Εγώ, Θεέ μου, έκανα τόσα καλά, εβοήθησα φτωχούς, δυστυχισμένους, φυλακισμένους, αλλά τα παιδιά μου μού τα άφησες χωρίς την προστασίαν Σου και αντί να με κάνης ευτυχισμένον και να με αγκαλιάση η ευλογία Σου, με άφησες έρημον και μοναχόν να πλανώμαι εις την θλίψιν. Γι’ αυτό και εγώ έφυγα μακρυά σου, διότι επερίμενα την συμπαράστασίν Σου».

Αλλά δεν πρέπει, αγαπητά μου παιδιά, κατ’ αυτόν τον τρόπον να έχωμεν μέσα μας την πίστιν μας προς τον Θεόν.

Ο πατέρας και η μητέρα δεν πρέπει να χάνουν την πίστιν τους και να απομακρύνωνται από τον Θεόν. Πρέπει με πίστιν ακλόνητον και υπομονήν να παρακαλούμε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν να μας φωτίση και να μας δυναμώση εις τας ώρας της θλίψεως, διότι, διά να σώσωμεν την ψυχήν μας, πρέπει να περνούμε ημέρας θλίψεως.

 

 

Πού θα εύρω καταφύγιον, την ανακούφισιν και την αγαλλίασιν;

 

Βιβλίο «Διδαχαί», σελ. 107-108

 

Πού θα εύρω σωτηρίαν, πού θα εύρω καταφύγιον, πού θα εύρω ανταμοιβήν, θάρρος, πού θα εύρω την σωτηρίαν της ψυχής μου, τον καθαρόν δρόμον, την ανακούφισιν και την αγαλλίασιν;

Πού θα εύρω την μετάνοιαν, την στοργήν, την καρτερίαν, την θύραν του Παραδείσου, το έλεος, την μακροθυμίαν;

Μόνον εις τον δρόμον της αγάπης του Χριστού.

Μόνον εις την εκκλησίαν.

Μόνον εις το «βοηθάτε αλλήλους».

Μόνον εις το αγαθόν, εις το ταπεινόν, εις την αλληλεγγύην.

Μόνον εις την πράξιν την αγαθήν, που πλουτίζει την ψυχήν και την ανακουφίζει από τα δεινά που την περιτυλίγουν και την πληγώνουν τα βέλη του Πονηρού.

Πού να εύρω στήριγμα και την αληθινήν χαράν;

Μόνον σε Σένα, Χριστέ μου, μόνον σε Σένα, που είσαι φως αληθινό και πάντα μες στην ψυχή μας λάμπεις σαν άστρο φωτεινό.

 

PeriDokimasiwnKatafygh

 

Ο άνθρωπος να μη χάνη το θάρρος του, αλλά να ζητή την προστασίαν του Θεού

 

Βιβλίο «Μηνύματα», σελ. 105-106

10 Νοεμβρίου 1963

 

Κάποτε, μία μητέρα είχε στην καρδιά της μια θλίψι και πάντα μονολογούσε και με παράπονο έλεγε: “Ώ, Θεέ μου, τι να κάμω για να ανακουφισθώ από την θλίψι, που με βασανίζει στις ημέρες της ζωής μου; Αισθάνομαι κάτι σαν να ζητώ, χωρίς να μπορώ να το εκφρασθώ”. Μια ημέρα όμως στην προσευχή της, εζήτησε την προστασίαν του Θεού και αμέσως ένοιωσε αληθινή χαρά να την κυριεύη αυθόρμητα και ευρέθη σε τόπους γεμάτους αγάπη.

Γι’ αυτό πρέπει ο άνθρωπος να μη χάνη το θάρρος του, ό,τι και αν του συμβή στην ζωή του, αλλά να ζητή την προστασίαν του Θεού και αμέσως θα την έχη και θα ευρίσκη την χαράν.

 

 

Η αχαριστία είναι δαίμων

 

Βιβλίο «Διδαχαί», σελ. 109-110

 

Μια φορά κάποια γυναίκα δεν ημπορούσε να ζήση ήσυχη. Όλο νόμιζε πως την έδερναν πολλά βάσανα, χωρίς βέβαια να έχη τίποτα στην πραγματικότητα. Είχε την ιδέα, επειδή δεν εύρισκε αυτά που γύρευε εις την πρόχειρον ζωήν της, ότι ήτο δυστυχής και αγανακτούσε και έλεγε:

«Μια ζωή μας έδωσες, Θεέ μου, και είναι όλο βάσανα. Πότε πια θα πεθάνω να ξεκουραστώ;»

Αυτό το έλεγε κάθε λεπτό και δεν σκεπτόταν, αν πέθαινε, πού θα πήγαινε η ψυχή της.

Πρέπει να είμεθα ευγνώμονες απέναντι του Θεού και να βρίσκωμε τον δρόμον, που θα μας χαρίση την ανάπαυσιν της ψυχής και όχι να έχωμεν μέσα στη σκέψι μας πάντα την αχαριστίαν. Η αχαριστία είναι δαίμων.

Ιδού καιρός της προσευχής. Ιδού καιρός της σωτηρίας της ψυχής. Ιδού καιρός τού «θέλω σωθήναι».

Μη σκέπτεσθε το κακόν, να αποφεύγετε την αμαρτίαν.

Άνθρωπε, μη βλέπης τον συνάνθρωπόν σου, τι κάνει, διόρθωσε πρώτα τα ιδικά σου λάθη και ύστερα κοίταξε του αδελφού σου.

Η κατάκρισι είναι ένα πικρόν δηλητήριον διά την ψυχήν. Φροντίσετε πάντα να αποφεύγετε το πικρόν δηλητήριον, διότι είναι γλυκύ εις την προφοράν. Δηλαδή, όταν κάνεις την κατάκρισιν, αισθάνεσαι αγαλλίασιν, διότι πρόερχεται εκ του πονηρού, ότι δήθεν γνωρίζεις τα πάντα.

Διά να εξαλειφθή αυτό το μεγάλο κακό, χρειάζεται να προσανατολισθής εις το «αγαπάτε αλλήλους». Προσευχηθήτε θερμά με νηστεία και αλληλεγγύη εις τους πάσχοντας, διά να βρήτε την συγχώρησιν και να μην ξαναέλθη αυτό το κακόν εις τας ημέρας της ζωής σας.

Όταν κοιτάμε τα ιδικά μας ελαττώματα πρώτα και ελέγχωμε τον εαυτόν μας, δεν θα μας μένη καιρός διά τον αδελφόν μας…

 

 

Ο άνθρωπος που είναι μακράν του Θεού

έχει πάντα θλιμμένη την καρδιά του

 

MakriaApoToTheoOxi 

Βιβλίο «Διδαχαί», σελ. 145-146

 

Κάποτε περπατούσε ένας άνθρωπος πολύ σκεφτικός και δεν ήξερε πού να πάη, να βρη παρηγοριάν. Στον δρόμο αντάμωσε έναν άγνωστο και χαιρετήθηκαν χριστιανικά, λέγοντας: «Καλή μέρα, με του Θεού την δύναμιν». Ερώτησε τότε ο ένας τον άλλον: «Πού πηγαίνεις αδελφέ μου;» «Άστα καημένε… έχω μεγάλη θλίψι στην καρδιά μου. Έχω χάσει τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου…. Είμαι μόνος και έρημος και από την απελπισία μου πήρα τον δρόμο και δεν ξέρω πού να πάω. Γυρίζω σαν το πουλί το έρημο». Και αφού διηγήθηκε όλα τα βάσανά του, ο άλλος που τον άκουγε, κατάλαβε πως αγανακτούσε απέναντι στον Θεόν, τον ελυπήθη από τα βάθη της καρδιάς του και του λέγει: «Τόσην ώρα σε ακούω, αδελφέ μου, με μεγάλην προσοχήν, αλλά δε σε άκουσα να πης, δόξα τω Θεώ, ήταν θέλημα Θεού, ας τον δοξάζωμεν διότι ό,τι έχομεν σ’ αυτόν τον κόσμον δεν είναι ιδικόν μας. Πήγαινε, άνθρωπε, στο σπίτι σου και προσευχήσου στο Θεό και πες του με δάκρυα στα μάτια: Συγχώρεσέ με, Θεέ μου, ήμαρτον ό,τι και να σου είπα μέσα εις την μεγάλην μου δυστυχίαν».

Έτσι του είπε, διότι, τέκνον μου, όλα του Θεού είναι, γι’ αυτό πρέπει πάντα να τον δοξάζωμεν, να μας χαρίζει την αγάπην, την εγκράτειαν, την ευσπλαχνίαν και την υπομονήν. Να τον ευχαριστούμε πάντα με τας καλάς μας πράξεις.

Ο άνθρωπος που βρίσκεται μακράν του Θεού, θα έχει πάντα θλιμμένην την καρδιάν του.

Μην κλείετε την θύραν της αγάπης. Ανοίξετέ την στοργικά στους πονεμένους, στους φτωχούς και στα άμοιρα παιδιά, τα ορφανά, που δεν άκουσαν την λέξι «σ’ αγαπώ» και έσβησε το αθώον ένστικτον εις το κενόν.

 

 

Τα πάθη, είναι να τα περνά ο άνθρωπος, διά την αγάπην του Χριστού

 

Βιβλίο «Διδαχαί», σελ. 172-174

Μετά από το προσκύνημα εις την εκκλησίαν

της Οσίας Ξένης, επιστρέφοντας εις την οικίαν του Θ. Πάτση,

εγράφη το κάτωθι απολυτίκιο εις την Οσίαν:

 

«Το μύρον το εύοσμον της εκκλησίας Θεού, το στέφος το άφθαρτον των Ορθοδόξων πιστών, εδέχθης καρπόν τον Ουράνιον. Όθεν ημείς τιμώμεν την μακαρίαν ζωήν σου, άμα και τοις αγώσι ους εν τω βίω ετέλεσας, Οσία Ξένη, αγνή, πρέσβευε σωθήναι ημάς».

 

Και εν συνεχεία, η αόρατος φωνή του Αγίου Ραφαήλ λέει:

 

«Τα πάθη, είναι να τα περνά ο άνθρωπος, διά την αγάπην του Χριστού. Δεν εμαρτύρησεν η Αγία, αλλά πέρασε πολλές συντριβές, δοκιμασίες κι αυτά όλα τα πέρασε χωρίς να δειλιάση. Με την επίμονον αγάπην της προς τον Κύριον, έλαβε την Ουράνιον αγαλλίασιν. Ήταν τόσο πιστή, που κανένα νέφος του πειρασμού δεν είχε την δύναμι να την επισκιάση.

Η ψυχή της τρεφόταν από την ουράνια δύναμιν. Αυτή η δύναμις τρέφει τον άνθρωπον, που θυσιάζει χωρίς αγανάκτησιν την επίγειον ζωήν. Είχε προγραμματίσει στη ζωή της το μέλλον της κα αψηφούσε τα πάντα γύρω της και προσανατολιζόταν αδιαλείπτως να κερδίση την ψυχήν της. Όλα αυτά είναι για να προσέξωμε και να σκεπτώμεθα πάντοτε την τόση αγάπην της προς τον Κύριον.

Αν ο άνθρωπος έχει μέσα του ακλόνητον πίστιν προς τον Χριστόν, δεν δειλιάζει στην κάθε συντριβή που θα τον εύρη, μάλλον πρέπει να χαίρεται για τις δύσκολες στιγμές της ζωής του και να είναι πάντοτε ολιγαρκής. Η λέξις ολιγαρκής, τέκνον, είναι για σε μεγάλο δίδαγμα, διότι στη ζωή που βρίσκεσαι με θέλημα του Θεού, πρέπει να διώχνης τις κάθε βλαβερές σκέψεις και συκοφαντίες. Αν ο άνθρωπος δεν συντρίβεται εις την κατά κόσμον ζωήν, δεν δύναται να απολαύση και να αντικρύσει τον Κύριον. Εκείνος θα κατατάξη την ψυχήν του εις το άπειρον έλεός του. Η ζωή του ανθρώπου είναι σαν ένα περιβόλι που πότε είναι ανθηρό, πότε είναι δασωμένο και πότε είναι λίγο συντριμμένο.

Όταν το περιβόλι βρίσκεται στην άνθησί του, είναι σαν τον άνθρωπο που βρίσκεται εις την νεανική του ηλικία και δεν προσέχει, δεν οδηγείται εις το καλόν. Ανοίγει μπροστά του ο αιθέρας της ζωής και δεν είναι εις θέσιν να σκεφθή διά την αθάνατον ψυχήν.

Όταν το περιβόλι είναι δασωμένο, είναι όπως η ζωή του ανθρώπου που αρχίζει να δυναμώνει, να σκέπτεται, να φιλοσοφή, να ελέγχη, να αρχίζη τέλος πάντων μίαν άλλην τακτικήν προς αναζήτησιν της καθεστωτικής και ακατανικήτου δημιουργίας.

Και τώρα, η συντριβή του περιβολιού είναι το γήρας και ο πόνος, διότι ο άνθρωπος, τότε αρχίζει να αισθάνεται, να προσέχη, να κάνει έλεγχο και τότε έρχεται ο μεγάλος πόνος, ο πόνος της ψυχής, που συντρίβει το σώμα, το κάνει να υποφέρη και συναρπάζει τον νου. Τότε προσπαθεί να πλησιάση τον Κύριον.

Η προσευχή, η εξομολόγησις και η Κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων, όλα αυτά ενούνται με την μετάνοιαν και συνοδεύονται με την καλήν πράξιν.

Προσέξατε, τέκνα του Θεού, τα τρία στάδια της ζωής σας, να τα περιλούση η αρμονία του Αγίου Πνεύματος και να σαλπίσουν αγγελικά εμβατήρια εις το τέλος της ζωής σας.

Πρέπει να είμεθα χαρούμενοι, διότι μόνον με την συντριβή πλησιάζομε τον Κύριον και περισσότερον εις το τρίτον στάδιον της ζωής μας. Κλείσε τα γόνατα, ρίξε το βλέμμα κάτω με δάκρυα, με αναστεναγμό στον Ουράνιον Πατέρα και κάνε θερμήν την προσευχήν. Φρόντιζε, ώ άνθρωπε, με αγάπη στην ψυχήν σου, ζήτησε Χριστού βοήθεια. Με τα γόνατα πάντα κλειστά, με τα χέρια σταυρωμένα να γίνεται η προσευχή.

Για κοίτα, ώ άνθρωπε, τον Χριστόν τι ταπεινός που στέκει.

Γονατιστός προσεύχεται με χέρια σταυρωμένα και ταπεινά παρακαλεί τον Πλάστη του Πατέρα.

Βλέπε και:

Περί Πίστεως: Η ανθηρή πίστις είναι χρυσούν μετάλλιον δοσμένον απ’ τον Θεό